αόρατος

[аоратос] εκ. невидимый.

Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь). 2014.

Смотреть что такое "αόρατος" в других словарях:

  • αόρατος — η, ο (AM ἀόρατος, ον) ο μη ορατός, αυτός που δεν γίνεται αισθητός με την όραση αρχ. 1. απρόβλεπτος, ασαφής («τὸ μέλλον ἀόρατον», Ισοκράτης) 2. όποιος δεν έχει δει κάποιο πράγμα («ἄπειροι καὶ ἀόρατοι παντὸς κακοῡ», Πολύβιος) 3. το ουδ. ως ουσ. τὸ… …   Dictionary of Greek

  • ἀόρατος — ἀόρᾱτος , ἀόρατος unseen masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αόρατος — η, ο επίρρ. α (και άρατος, η, ο) 1. αυτός που δε φαίνεται, αθέατος: Μια πλευρά της Σελήνης είναι αόρατη από τη Γη. 2. απρόβλεπτος, άγνωστος: Το μέλλον είναι αόρατο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • ДУША — [греч. ψυχή], вместе с телом образует состав человека (см. статьи Дихотомизм, Антропология), будучи при этом самостоятельным началом; Д. человека заключает образ Божий (по мнению одних отцов Церкви; по мнению других образ Божий заключен во всем… …   Православная энциклопедия

  • άρατος — I Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Α. ο Σολεύς (Σόλοι Κιλικίας περ. 315 – Πέλλα περ. 240 π.Χ.). Ποιητής των αλεξανδρινών χρόνων. Σπούδασε στην Αθήνα όπου συνδέθηκε με φιλία με τον στωικό φιλόσοφο Ζήνωνα. Το 276 π.Χ. ο βασιλιάς της Μακεδονίας… …   Dictionary of Greek

  • αΐδηλος — ἀίδηλος, ον (Α) 1. αυτός που καθιστά κάτι αόρατο, ολέθριος, καταστρεπτικός 2. αόρατος, άγνωστος 3. (ως επίθ. τού Αδη) σκοτεινός, ζοφερός. [ΕΤΥΜΟΛ. Σύνθετη λ. < ἀ στερητ. + ἰδ εῖν + επίθημα ηλος. Αρχική σημ. τής λ. πρέπει να ήταν «ο ανυπόφορος… …   Dictionary of Greek

  • ԱՆՏԵՍ — (ի, աց.) NBH 1 0245 Chronological Sequence: Unknown date, Early classical, 5c, 6c, 7c, 8c, 10c, 11c, 12c, 13c, 14c ա. որ եւ ԱՆՏԵՍԱՆԵԼԻ. ἁόρατος, ἁθέατος , ἁθεώρητος invisibilis, inconspicabilis, incomprehensibilis Աներեւոյթ. որ ոչն տեսանի զգալի… …   հայերեն բառարան (Armenian dictionary)

  • ἀοράτως — ἀορά̱τως , ἀόρατος unseen adverbial ἀορά̱τως , ἀόρατος unseen masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀόρατ' — ἀόρᾱτα , ἀόρατος unseen neut nom/voc/acc pl ἀόρᾱτε , ἀόρατος unseen masc/fem voc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀόρατον — ἀόρᾱτον , ἀόρατος unseen masc/fem acc sg ἀόρᾱτον , ἀόρατος unseen neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.